Ο νεκρός και ο κολυμβητής…

Ο νεκρός και ο κολυμβητής…

Του Πέτρου Γκάτζια

Είναι τρεις ημέρες νεκρός. Ακριβώς απο πάνω μου. Έναν όροφο. Μην ρωτάτε πως το έμαθα. Τον είδα. Τυχαία. Καθισμένος στο κρεβάτι του, φορώντας μια φόρμα. Στα χέρια του ένα βιβλίο. Στα μάτια του ακόμη τα γυαλιά. Και τα χέρια του έτοιμα να γυρίσουν την σελίδα. Η στιγμή πάγωσε. Ένας άνδρας γύρω στα πενήντα. Δεν τον γνωρίζω. Νοίκιασε το διαμέρισμα για λίγες ημέρες. Θα έκανε καρδιολογικές εξετάσεις, όπως έμαθα αργότερα.Δεν πρόλαβε. Η καρδιά του έσβησε. Ξαφνικά. Μόνος σε ένα ξένο σπίτι, χειμωνιάτικα.

Έτυχε να ανέβω στον πάνω όροφο και είδα την πόρτα μισάνοιχτη. Δεν ξέρω γιατί το έκανα και μπήκα. Απο περιέργεια? Πάντως μπήκα και έφθασα μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Με οδήγησαν το φως και μια νεκρική σιγή.

Φοβόμουν αλλά το έκανα. Και τότε τον είδα. Σχεδόν μου χαμογελούσε. Δεν είχα ξαναδεί νεκρό απο τόσο κοντά. Εννοώ άνθρωπο που ζούσε πριν απο λίγο και σε μια στιγμή έφυγε. Μια δρασκελιά απο την ζωή στον θάνατο.

Δεν τον άγγιξα. Δεν θέλησα να βεβαιωθώ αν ζούσε ή αν κοιμόταν. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν νεκρός. Είχε γαλήνη. Και τον ζήλεψα γι΄αυτό. Κάθησα εκεί να τον κοιτάζω. Για αρκετή ώρα. Έπειτα έφυγα. Τον χαιρέτησα καθώς τραβούσα την πόρτα πίσω μου να κλείσει.

Έπρεπε να μείνει για λίγο μόνος, όπως μόνος ήρθε στο ξένο σπίτι. Ίσως η μοναξιά να μην ήταν κατ΄ανάγκη, αλλά επιλογή του. Αλλά δεν μπορώ να το ξέρω. Σας είπα, δεν τον γνωρίζω ή μάλλον δεν τον γνώριζα. Δεν μου θύμιζε κάτι. Αλλά μου φάνηκε οικείος. Ο φόβος ότι μπορεί και εγώ να κατέληγα έτσι. Ξένος σε ξένο τόπο.

Δεν το είπα σε κανέναν. Του έδωσα τρεις ημέρες να μείνει μόνος σε έναν παγωμένο χρόνο. Έπειτα πήρα τηλέφωνο και το είπα. Ήρθε η αστυνομία, το ασθενοφόρο. Σφράγισαν τον όροφο. Μας απαγόρευσαν να πλησιάσουμε. Μπορεί να ήταν σκηνή εγκλήματος, είπαν, αλλά έγω ήξερα πως δεν ήταν έτσι. Μόνος του πέθανε. Γαλήνιος. Είχε έρθει η ώρα του φαίνεται. Συγγενείς δεν υπήρχαν. Για λίγο ήμουν ο μόνος γνωστός του.

Κλείστηκα στο σπίτι μου όταν τον πήραν και τον αποχαιρέτησα, χωρίς να με δει κανείς. Ακουγα τα βήματα και τις ανάσες, βαριές, στον διάδρομο. Κάτι ακαθόριστες ομιλίες και αυτό ήταν…

Τρεις ημέρες απο πάνω μου. Νεκρός. Δεν ξέρω αν κάποιος άλλος θα έκανε κάτι τέτοιο. Και είναι αλήθεια πως δεν περίμενα ότι εγώ θα έκανα κάτι τέτοιο.

Ομως, στην πραγματικότητα τί έκανα? Απλώς άργησα να το αναφέρω. Δεν βεβήλωσα τον νεκρό. Του έδωσα λίγο χρόνο για την αιωνιότητα.

Θα ήθελα να ξέρω περισσότερα για ΄κείνον. Ίσως γιατί έχουμε περίπου την ίδια ηλικία και αυτομάτως πιστεύεις ότι με έναν συνομηλικό σου έχεις ζήσει περίπου τα ίδια πράγματα. Κάτι σαν σειρά σου στον στρατό.

Στην πραγματικότητα δεν είναι όμως έτσι. Δεν έχω καμία σχέση με τον νεκρό. Μου φάνηκε μεγάλος. Ένας μεγάλος άνδρας πάνω στο κρεβάτι. Είναι απίστευτο το τι εικόνα έχουμε για τον εαυτό μας.

Στα μάτια μας παραμένουμε παιδιά εκτός απο μερικούς που πάντοτε ήταν μεγάλοι. Και ο νεκρός μάλλον ανήκε σε αυτή την κατηγορία.

Δεν γράφτηκε καν στις εφημερίδες. Άλλος ένας άνθρωπος που έφυγε μόνος και εγώ μόνο μπορώ να φανταστώ το ποιός ήταν. Δεν θέλω να ρωτήσω περισσότερα. Δεν έχει νόημα!

Γιατί και στο παρελθόν που γνώριζα, πάλι δεν είχε νόημα. Τότε όμως υπήρξε και η εμπλοκή μιας γυναίκας. Και τότε ο νεκρός βρέθηκε μετά απο τρεις ημέρες. Τυχαία.

Η τύχη και μόνο η τύχη, του είχε δώσει τον χρόνο που έπρεπε να έχει. Και αυτός μόνος σε ένα ξένο σπίτι. Οχι και τόσο ξένο, αλλά όχι δικό του. Και ήταν νεώτερος και πολύ πιο ευτυχισμένος γιατί δεν ήξερε. Αυτός έφυγε απο έρωτα…

Τρία χρόνια πριν…

Είναι καλοκαίρι. Προχωρημένο. Το απομεσήμερο βράζει τον τόπο. Είναι η ώρα που στο νησί όλοι βρίσκονται στις παραλίες. Εμένα όμως μου αρέσουν οι γειτονιές, τα σπίτια που κρύβουν ιστορίες και μένουν έρημα όλο τον χειμώνα, για να γεμίσουν ζωή αργότερα και για λίγους μήνες.

Τρία σπίτια παρακάτω υπάρχει ζωή. Ακούω τις φωνές και κάποια παιδικά γέλια. Μπορεί όμως και να ξεγελιέμαι. Μπορεί και να μην είναι απο ΄κει. Μπορεί ο καύσωνας να παίζει παιχνίδια και οι φωνές να φθάνουν εδώ ψηλά απο την παραλία.

Είναι αυτό που λέμε ‘ώρα κοινής ησυχίας’. Και αυτό ακριβώς θέλω να διαφυλάξω. Πρέπει να κάνω κάποιες εργασίες στο σπίτι και θέλω να ειδοποιήσω τους γείτονες

ή έστω τον γείτονα. Χτυπάω το κουδούνι και προσπαθώ παρά την ζέστη και τον εκνευρισμό μου να είμαι ευγενικός και ευχάριστος.

Πράγματι ακούω φωνές παιδιών. Θεωρώ απο μόνος μου ότι βρίσκονται εκεί με την γιαγιά τους, η οποία ήθελε να επιστρέψει νωρίς απο το μπάνιο και τα μικρά δεν μπορούν να ησυχάσουν με τίποτα.

Η πόρτα ανοίγει απότομα. Ενοχλημένη μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, με κοιτάζει περιέργα, περιμένοντας να μιλήσω. Εγώ, παραμένω άφωνος για αρκετή ώρα μέχρι που αποσπώ ένα της χαμόγελο, γρήγορο και μυστηριώδες.

Είναι εμφανές ότι δεν έχει πολύ ώρα που έχει γυρίσει απο την παραλία. Είναι ακόμη με το μαγιό, ένα μπικίνι με μια μαργαρίτα ζωγραφισμένη μπροστά και πίσω, χαμηλωμένο μέχρι εκεί που πρέπει και απο πάνω μια διχτυωτή ρόμπα. Στα χέρια μια πίπα, με ένα τσιγάρο σβησμένο, λες και βγήκε απο κάποιο καμπαρέ εποχής.

Το σπίτι, τελείως παρατημένο. Δεν ταιριάζει με την εμφάνισή της. Όπως και τα παιδιά. Συνεχίζει να με κοιτάζει με απορία. Μόνο τότε ψελίζω τον λόγο που έφθασα μέχρι την πόρτα της. Εκείνη ακούει. Δεν λέει τίποτα. Χαμογελά και πριν κλείσει την πόρτα, ψιθυρίζει : «Τα ανήψια μου…»

Εκεί ακριβώς, μερικά μέτρα απο το σπίτι μου, μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, είδα ό,τι πιο ερωτικό έχω αντικρύσει τα τελευταία χρόνια. Για λίγο και μετά χάθηκε. Δεν την ξαναείδα. Δεν ξανάκουσα γι΄αυτήν. Μόνο για το σπίτι της ή μάλλον, ξανάκουσα, κάτι για την ζωή της.

Φεύγοντας, αυτό το μαγιό, φορεμένο σ΄αυτό το κορμί κάτι μου θύμισε. Οχι πολλές μέρες πριν. Και τότε η περιέργειά μου είχε υπερνικήσει τον φόβο.

Μια δύναμη που δεν μπορούσα να ελέγξω με έκανε να κολυμπώ με ορμή. Άπλωνα τα χέρια λες και ήθελα να αρπάξω τον ουρανό με τις χούφτες μου και να τον κρατήσω σφιχτά. Σε κάθε μου κίνηση το νερό έμπαινε στο στόμα μου, τα μάτια μου έτσουζαν, αλλά ούτε μια στιγμή δεν σκέφθηκα να τα παρατήσω παρά το ξαφνικό μπουρίνι που σηκώθηκε.

Για πρώτη φορά στην ζωή μου ένιωθα ότι είχα ένα στόχο : να φθάσω στο γιωτ που βρισκόταν αραγμένο εδώ και μέρες στα ανοιχτά. Απο τότε που έδεσε στο νησί μου τράβηξε την προσοχή. Έριξε απλώς άγκυρα και απο τότε δεν ξανακουνήθηκε.

Την δεύτερη κιόλας ημέρα είχα πάρει τα παλιά στρατιωτικά κιάλια και το παρατηρούσα.

Ωστόσο, δεν έβλεπα καμία κίνηση πάνω στο κατάστρωμα, λες και πλήρωμα και επιβαίνοντες απλώς το άραξαν εκεί και το εγκατέλειψαν. Καμία βάρκα δεν φάνηκε να το πλησιάζει και να παίρνει κόσμο για την στεριά. Αυτό μου τράβηξε ακόμη περισσότερο την προσοχή και άρχισα να το παρακολουθώ διάφορες ώρες της ημέρας.

Η περιέργεια μου μετατράπηκε σε εμμονή, ειδικά όταν έμαθα το παρελθόν του πλοίου. Το σκαρί είναι παλιό, με μια αρχοντιά την οποία δύσκολα συναντάς.

Ένα πλοίο του βρετανικού πολεμικού ναυτικού που βρέθηκε στην Ελλάδα αφού πρώτα είχε κάνει την θητεία του στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως βοηθητικό σκάφος. Καλοφτιαγμένο και γερό άντεξε όσα άλλα πλοία δεν θα άντεχαν.

Κάποια στιγμή, στο τέλος της δεκαετίας του είκοσι παροπλίστηκε και βρέθηκε στα ελληνικά νερά, αραγμένο να σαπίζει στο λιμάνι, περιμένοντας υποτίθεται να αξιοποιηθεί απο το ελληνικό κράτος.

Τα κύματα δυνάμωναν ώρα με την ώρα. Ο άνεμος, παράξενα δυνατός για κατακαλόκαιρο, δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την πρόσπαθειά μου, ώσπου η βροχή έκανε το κλίμα να μοιάζει τροπικό και μένα ένα ναυαγό που πάλευε να φθάσει στην σωτηρία του. Γιατί το παλιό σκάρι τώρα έμοιαζε με σωτηρία, έτσι όπως θαλασόδερνα.

Το σκάφος τη μια έμοιαζε να είναι κοντά μου, την άλλη απομακρυνόταν λες και είχε λύσει και ξεκινούσε πάλι το ταξίδι του. Παρέμενε ωστόσο έρημο. Ένα πλοίο – φάντασμα στα ανοιχτά του νησιού, για το οποίο κανείς δεν είχε αναρωτηθεί.

Ένα μεγάλο κύμα με σκέπασε και η βροχή με έκανε να νομίζω ότι βούλιαζα και χανόμουν στο κενό της θάλασσας, μόνο που το γιωτ ήταν αραγμένο με ασφάλεια στον κόλπο απέναντι απο το σπίτι μου και είναι αλήθεια πως σπάνια ο καιρός άγγιζε αυτό το μικρό κομμάτι γης.

Κοίταξα για λίγο πίσω μου, αλλά όλα ήταν όπως τα είχα αφήσει, ήσυχα. Μπορούσα ακόμη να δω τα ρούχα μου αφημένα στην παραλία, αλλά κανένα σημάδι ζωής.

Το γιωτ έγειρε προς το μέρος μου απο το κύμα και τότε συνειδητοποίησα το πόσο κοντά είχα φθάσει.

Σήκωσα το κεφάλι και το κοίταξα με δέος. Στην πλώρη έγραφε με κεφαλαία ελληνικά γράμματα : «ΝΤΕΖΙΡΕ» και απο κάτω, με μικρότερα γράμματα στα αγγλικά, σε παρένθεση : Desire.

Η επιθυμία, ο πόθος, στό όνομα ίσως μια γυναίκας, της Ντεζιρέ, ενδεχομένως εκείνη για την οποία ονομάστηκε έτσι το σκάφος.

Τι ήταν αυτό που με έκανε να βουτήξω στην θάλασσα και να κολυμπήσω μέχρι την «Ντεζιρέ»? Γιατί ένα παλιό, αλλά ωραίο σκαρί με τράβηξε τόσο ώστε να ριχθώ στο νερό με μοναδικό στόχο να το πλησιάσω, σαν ένα παιδικό παιχνίδι που παίζει κανείς με φίλους : «Παραβγαίνουμε μέχρι το κότερο?» Μόνο που είχα να ανταγωνιστώ τον εαυτό μου και κανέναν άλλον.

Και τώρα, τώρα που έφθασα στο πλοίο και το αντικρύζω απο κάτω και νομίζω ότι θα γύρει και θα με πλακώσει, με τα σχοινιά να τρίζουν όπως τεντώνουν και τον αέρα να σφυρίζει υπόκωφα μέσα απο τις λαμαρίνες και τα ξύλα, και τώρα τι?

Στο σημείο όπου βρισκόμουν έπρεπε ή να γυρίσω πίσω – πράγμα δύσκολο γιατί η κακοκαιρία χειροτέρευε και μόνο για ξαφνικό μπουρίνι δεν έμοιαζε – ή να ανέβω, αλλά πως?

Προσπάθησα να πιαστώ απο την αλυσίδα της άγκυρας και να τραβήξω το κορμί μου προς τα πάνω, αλλά μάταια. Τα χέρια μου δεν είχαν πια τόση δύναμη. Κρατήθηκα όμως απο την αλυσίδα, περισσότερο για να ξεκουραστώ, μέχρι να δω τι θα κάνω, να σιάξει και ο καιρός.

Για μερικά λεπτά ακολουθούσα τις κινήσεις του σκάφους, έτσι όπως το πήγαινε το κύμα και φοβόμουν μήπως μπλεχτώ στα σχοινιά του και με πάρει απο κάτω ή μήπως ξαφνικά το πλήρωμα αποφασίσει να ξεκινήσει και δεν με πάρει είδηση και η προπέλα με αποτελειώσει. Όμως, το γιωτ παρέμενε έρημο.

«Θα περιμένω,» σκέφθηκα. «Δεν μπορώ να κάνω και κάτι άλλο. Προς το παρόν είμαι ασφαλής.»

Όταν είδα την ανεμόσκαλα να πέφτει στο πλάι δεν πίστευα στα μάτια μου. Θα ορκιζόμουν πως ένα γυναικείο χέρι ήταν εκείνο που την έριξε. Ωστόσο δεν είδα κάποιο πρόσωπο, κάποιον να κοιτάζει προς το μέρος μου. Μόνο εκείνο το χέρι εμφανίστηκε και πάλι και μου έγνεψε.

Κολύμπησα αυτά τα δύο με τρία μέτρα μέχρι την σωτηρία μου και αρπάζοντας την ανεμόσκαλα άρχισα να ανεβαίνω, θέλοντας να συναντήσω και να ευχαριστήσω ταυτόχρονα και τον/την σωτήρα μου.

Η βροχή με μαστίγωνε, ο αέρας μου πάγωνε την πλάτη, αλλά κανείς δεν φαινόταν στην κουπαστή. Εάν δεν είχα την ανεμόσκαλα στα πόδια μου, θα πίστευα ότι όλα ήταν μια παραίσθηση.

Το κατάστρωμα έρημο και υγρό. Παντού η αίσθηση ότι το πλοίο είχε εγκαταλειφθεί απο τους ιδιοκτήτες του. Ομως κάποιος ή μάλλον κάποια μου έριξε την ανεμόσκαλα, άρα ήθελε να ανέβω στο γιωτ. Που ήταν όμως τώρα?

Προχώρησα για λίγο μέχρι την πόρτα που μάλλον έδειχνε τον δρόμο προς τις καμπίνες και σχεδόν σαν να ήξερα άρχισα να κατεβαίνω μια μικρή σκάλα που οδηγούσε στα έγκατά του.

Βλέπω μια πόρτα μισάνοιχτη και λίγο φως. Απο μέσα ακούγονται πνικτά, ακαθόριστα μουρμουρητά και ο ήχος απο κορμιά που σέρνονται πάνω στο κρεβάτι. Πλησιάζω και βλέπω μια γυναίκα που φοράει ακόμη το κάτω μέρος του μπικίνι της, να κάνει έρωτα με έναν άνδρα.

Εκείνος τότε την γυρίζει ξαφνικά απότομα στα τέσσερα και μπαίνει μέσα της με περισσότερη ορμή. Εκείνη όμως δεν ουρλιάζει. Το στόμα της, κλειστό. Μόνο βαριανασαίνει. Εξακολουθεί να φοράει το μπικίνι το οποίο μου τραβάει την προσοχή. Είναι ένα απλό μαγιό που πάνω του έχει ζωγραφισμένες δύο μεγάλες μαργαρίτες.

Και τότε η γυναίκα σηκώνει το βλέμα και με βλέπει. Αντί όμως να αντιδράσει με φόβο αρχίζει να κουνιέται περισσότερο πάνω στο όργανο του άνδρα, τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου, έχουν αλλάξει απο την ηδονή και τότε αρχίζει να φωνάζει όλο και πιο δυνατά, τελειώνοντας με ορμή και πέφτοντας στο πλάι, αδιαφορώντας για τον παρτενέρ της. Το βλέμα της πάντα στηλωμένο πάνω μου. Δεν την γνωρίζω, αλλά είναι σαφές ότι εκείνη με έκανε μέρος της πραγματικότητάς της.

Κάνω ένα βήμα πίσω και αρχίζω να ανεβαίνω γρήγορα τις σκάλες. Το τελευταίο που θέλω είναι να με πιάσουν πάνω στο πλοίο. Είναι εκείνη άραγε που με βοήθησε να ανέβω? Υπάρχουν και άλλοι πάνω στο σκαρί που κρύβονται και τι παιχνίδι παίζουν?

Δεν προλαβαίνω να το σκεφτώ άλλο. Ανεβαίνοντας στο κατάστρωμα η καταιγίδα έχει κοπάσει. Το μπουρίνι πέρασε και ο ήλιος στεγνώνει ήδη τα πάντα.

Με την ορμή που έχω και φοβούμενος τα χειρότερα τρέχω, βουτάω στο νερό και κολυμπώ γρήγορα για να απομακρυνθώ και να φθάσω και πάλι στην ακτή. Στο μυαλό μου όμως είναι σφηνωμένη η εικόνα της γυναίκας να κάνει έρωτα, φορώντας ακόμη το μαγιό της και να με κοιτάζει κατάματα. Μέρος μια φαντασίωσης έγινα, σκέφθηκα.

Πέρασαν μέρες προτού το παλιό σκαρί φύγει απο το νησί έτσι αθόρυβα όπως ήρθε. Ξύπνησα ένα πρωί και δεν το είδα. Όσο παρέμεινε δεν παρατήρησα ποτέ καμία κίνηση, τουλάχιστον τις ώρες που το παρακολουθούσα. Δεν ανεφοδιάστηκε, δεν μπήκε και δεν βγήκε κανείς. Έτσι απλά έλυσε και σάλπαρε. Και θα το είχα ξεχάσει

αν δεν έβλεπα και πάλι την γυναίκα αυτή μπροστά μου. Γιατί τώρα ήμουν σχεδόν σίγουρος, έτσι όπως τα έφερνα και πάλι στο μυαλό μου. Η γυναίκα με το χαμηλωμένο μαγιό, τη διχτυωτή ρόμπα και το τσιγάρο στο χέρι, μα πάνω απ΄όλα το έντονο βλέμμα και το αινιγματικό χαμόγελο. Η γυναίκα του πλοίου. Μόλις λίγα μέτρα παρακάτω απο το σπίτι μου.

Έπρεπε να βρω τρόπο να την πλησιάσω, σκέφθηκα, αλλά την επομένη το σπίτι είχε ήδη αδειάσει. Σκοτεινό, λες και δεν κατοικήθηκε ποτέ. Όπως η ‘Ντεζιρέ.’

Το φθινόπωρο, είχα ξεχάσει όλα όσα έζησα το καλοκαίρι ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, δεν ήθελα να τα θυμάμαι. Ένιωθα κάτι σαν προσωπική αποτυχία. Μέχρι που διάβασα στις εφημερίδες για τον νεκρό. Στο νησί, πολύ κοντά στο σπίτι μου, ένας άνδρας γύρω στα 35, είχε βρεθεί στο υπόγειο, με τα μάτια ανοιχτά, ημίγυμνος. Έμεινε απο την καρδιά του, είπαν οι αρχές. Φυσικός θάνατος.

Τον αναζητούσαν τρεις ημέρες και τον βρήκαν εκεί. Έκανε περιστασιακές δουλειές ως σερβιτόρος. Δούλευε σε ένα καφέ στο νησί και το καλοκαίρι όπου έβρισκε. Ακόμη και στο ‘Ντεζιρέ’.

Μόλις είχε κάνει έρωτα, είπαν, αλλά η γυναίκα εξαφανισμένη. Το σπίτι ανήκει σε έναν μηχανικό, χωρισμένο. Γυναίκα δεν υπάρχει, μόνο η αδερφή του καμιά φορά,

τα καλοκαίρια. Μυστήριο το πως βρέθηκε εκεί ο νεκρός. Δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης. Κάποιος του άνοιξε και μπήκε. Το σπίτι κλειστό απο το καλοκαίρι. Σταματημένος ο χρόνος σε ανέμελες στιγμές. Και ένα μαγιό, γυναικείο, πεταμένο σε μια άκρη. Με μαργαρίτες, μπροστά και πίσω…

 

Σχολιάστε