ματιαυτοψια1
 

Και όμως.. Δεν έφταιγαν τα αυθαίρετα για τους νεκρούς!

Μοιραστείτε:

FacebookTwitter


Στο Μάτι πήγα δύο φορές. Την πρώτη – επηρεασμένος ενδεχομένως κι από την καταστροφή του σπιτιού ενός καλού φίλου – απλά παρακολούθησα. Δεν μπόρεσα να βγάλω φωτογραφίες, να περπατήσω στην περιοχή ή να κάνω επιτόπιο ρεπορτάζ. Έμεινα μέσα στο αυτοκίνητο, πίσω από το τιμόνι, με κλειστά παράθυρα. Το σοκ ήταν μεγάλο. Όχι μόνο στην ιδέα ότι χάθηκαν 90 άνθρωποι, αλλά για τις εικόνες που αντίκρισα μολονότι είχαν περάσει 10 μέρες από την καταστροφή. Μια πόλη ισοπεδωμένη, σαν να έχει βομβαρδιστεί στον πόλεμο. Σαν να έχει πέσει βόμβα Ναπάλμ. Κυρίως, όμως, στη σκέψη ότι θα μπορούσα να είμαι εκεί την ώρα της καταστροφής. Σε μια βόλτα του Σαββατοκύριακου με την οικογένειά μου. Κι εσύ. Όλοι.

Πάντα, άλλωστε, περνώντας από την περιοχή, κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Αυτό το όνομα, «Μάτι», μου θύμιζε κάτι από ταινία τρόμου. Ένα μεγάλο μάτι π.χ., έναν Κύκλωπα που με παρακολουθούσε και ήθελε να με κατασπαράξει, αλλά τέλος πάντων…

Τη δεύτερη φορά, λοιπόν, θέλοντας να συνειδητοποιήσω τι πραγματικά έχει συμβεί, λειτούργησα δημοσιογραφικά. Πιστεύω λοιπόν ότι έβγαλα κάποια συμπεράσματα, τα οποία διαχωρίζω από την πολιτική σπέκουλα (σ.σ.: και παρακαλώ όλους όσους θελήσουν να σχολιάσουν να κάνουν το ίδιο). Άλλωστε, οι πολιτικές και επιχειρησιακές ευθύνες κατ’ εμέ είναι δεδομένες. Και αυτό που ελέγχεται δεν είναι τόσο το επιχειρησιακό σκέλος, αφού πράγματι οι συνθήκες που φαίνεται να επικράτησαν στην περιοχή την ώρα της φωτιάς ήταν δύσκολα αντιμετωπίσιμες, αλλά το επικοινωνιακό.

Το οποίο ήταν άθλιο εξ αρχής και γίνεται όλο και αθλιότερο, ακυρώνοντας τις συγγνώμες προς τους νεκρούς και τους πυρόπληκτους και καταλήγοντας σε μέγιστη ασέβεια απέναντί τους – ενίοτε δε και αλητεία, όταν λένε τις παρόλες τους «σεσημασμένοι» υπουργοί.

Η φωτιά λοιπόν, όπως κατέβηκε από το βουνό και πέρασε τη Μαραθώνος, έκανε ένα «Γ». Έκαψε ό,τι βρήκε ως τη θάλασσα στο Μάτι κι έφτασε στο λιμάνι της Ραφήνας. Εκεί (Δημοκρατίας και Φλέμινγκ), σταμάτησε μόνο και μόνο γιατί βρήκε τσιμέντο. Τις πολυκατοικίες, από τις οποίες έκαψε τέντες, κήπους, μπαλκόνια κι αυτοκίνητα. Σε διαφορετικές συνθήκες, θα προχωρούσε ακάθεκτη ποιος ξέρει για πού. Δεν ελέγχθηκε δηλαδή επ’ ουδενί, απλώς δεν βρήκε κάτι άλλο να κάψει. Αντίστοιχα, αν είχε πάει προς την αντίθετη πλευρά, μπορεί να έφτανε μέχρι το Σχοινιά.

Όσοι κάηκαν ζωντανοί στο Μάτι, ήταν κατά βάση περαστικοί στην περιοχή. Άλλωστε, όσοι κάηκαν μέσα σε σπίτια ήταν κυρίως στο Νέο Βουτζά. Στο Μάτι οι νεκροί ήταν όσοι πέρασαν μ’ ευθύνη δική τους ή της Αστυνομίας σ’ αυτούς τους στενούς δρόμους που χωράνε ενάμιση αυτοκίνητο με το ζόρι (χωρίς παρκαρισμένα) και στην καρμανιόλα της Αργυρής Ακτής οι στροφές είναι ορθές γωνίες. Που σημαίνει ότι ο ένας πρέπει να περιμένει τον άλλον να περάσει – εξ ου και εγκλωβίστηκαν περίπου 200 αυτοκίνητα και ο κόσμος έτρεχε μάταια για να σωθεί στα στενά και τα οικόπεδα. Μάταια, διότι η ακτογραμμή δεν είναι ομαλή όπως στη Νέα Μάκρη ή το Μαραθώνα. Είναι βραχώδης πλην ορισμένων σημείων (μπροστά από κάποια ξενοδοχεία προς το Ζούμπερι) και η πρόσβαση στην παραλία ανύπαρκτη. Με τα βράχια να φτάνουν στο ύψος μιας τριώροφης πολυκατοικίας.

Ακόμη και οι λιγοστές προσβάσεις που υπάρχουν (σκαλάκια) δεν προσφέρονται για τον πανικό που επικράτησε εκείνες τις ώρες ή ως διέξοδος για ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα με κινητικά προβλήματα. Κι ας μην σπεύσει κάποιος να πει «γιατί δεν υπήρχε πρόσβαση», γιατί αυτό λοιπόν δεν είναι ευθύνη των «αυθαιρετούχων». Είναι του οικείου Δήμου να δημιουργήσει τις προσβάσεις. Όπως και να σημάνει τα αδιέξοδα, στα οποία εύκολα μπαίνεις, αλλά εκείνη την ώρα του πανικού και τις κρίσης δεν βγαίνεις ποτέ. Στην Αργυρά Ακτή, απέναντι ακριβώς από την περίφημη ταβέρνα, είναι ένα από αυτά τα αδιέξοδα. Εκεί, με το αυτοκίνητό μου, μπλέχτηκα κι εγώ αυθόρμητα την πρώτη φορά, διότι δεν γνώριζα το δρόμο. Μόνο που όσοι έπαθαν το ίδιο το μοιραίο βράδυ δεν βγήκαν ζωντανοί…

Εδώ, λοιπόν, έρχεται το κρίσιμο ερώτημα: ανύπαρκτη πρόσβαση στην παραλία, γιατί κάποιοι την έκλεισαν; Η απάντηση κατά βάση είναι ΟΧΙ. Προφανώς υπάρχουν αυθαίρετα στην περιοχή, προφανώς και καταπατήσεις. Αυτά τα κοινά μυστικά, όμως, είναι μόνο μια καλή και βολική για την Πολιτεία δικαιολογία. Δεν είναι αυτή που προκάλεσε την εκατόμβη των νεκρών, γιατί αυτοί που πέθαναν δεν είχαν αυθαίρετα. Ούτε τους σκότωσαν οι ιδιοκτήτες τους, αλίμονο! Όπως δεν τους σκότωσαν τα πεύκα της περιοχής, τα οποία, όμως, είναι γνωστό πως με το ξύλο τους, τις βελόνες τους, τα κουκουνάρια και το ρετσίνι είναι πιο εύφλεκτα κι επικίνδυνα ακόμη κι από δεξαμενή διυλιστηρίου.

Τα πράγματα είναι απλά: εάν δεν ήσουν ντόπιος και δεν ήξερες εξ αρχής τα σημεία στα οποία υπάρχει άμεση πρόσβαση στην παραλία, ήσουν καταδικασμένος να πεθάνεις. Κι είναι εύκολο να κάνεις κριτική από τον καναπέ σου, αλλά σκέψου τις συνθήκες της φωτιάς. Τον πανικό και την αγωνία για τους δικούς σου ανθρώπους. Τη φωτιά να τρέχει με ασύλληπτη ταχύτητα – όσοι έχουν ζήσει φωτιά, ξέρουν. Τα κουκουνάρια να σκάνε πάνω σου σαν χειροβομβίδες. Τον καπνό να σε πνίγει. Το θερμικό κύμα να σε καίει. Τις καύτρες στον αέρα και τις στάχτες να πέφτουν σαν να χιονίζει. Τις κολώνες του ρεύματος να σκάνε – είδα μονωτήρες από πυλώνες της ΔΕΗ να έχουν λιώσει σαν σοκολάτα και τσιμεντένιους στύλους να έχουν κοπεί στα δύο από τη θερμότητα. Τα εγκατελειμμένα αυτοκίνητα να σκάνε σαν γκαζάκια δίπλα σου. Τα τζάμια από τα αυτοκίνητα και τα σπίτια να σπάνε από τη θερμότητα και να πετάγονται σαν κινητές λαιμητόμοι. Μέχρι η άσφαλτος έλιωσε σε κάποια σημεία. Ακόμη και φλεγόμενα ζώα που τρέχουν να σωθούν, μεταφέρουν τη φωτιά παντού. Σε χόρτα, δέντρα και ανθρώπους Πόση ψυχραιμία, αλήθεια, μπορείς να έχεις σ’ αυτές τις στιγμές; Πόση; Πώς μπορείς να δεις και να σκεφτείς καθαρά;

Πάμε και στο περίφημο «οικόπεδο του θανάτου» τώρα. Πρώτα απ’ όλα, στη γωνία του δρόμου, όπου όλοι εγκατέλειψαν τα αυτοκίνητά τους γιατί φράκαραν, υπάρχει ταμπέλα για πυροσβεστικό κρουνό. Τραγική ειρωνεία, δηλαδή. Μόνο που ο κρουνός αγνοείται, διότι κάποιος τον έχει βγάλει για να παρκάρει το αυτοκίνητό του (ενδεχομένως από την παρακείμενη πολυκατοικία). Πάμε παρακάτω. Φανταστείτε τον κόσμο να τρέχει στις συνθήκες που περιγράφηκαν παραπάνω, έστω κι αν η θάλασσα απέχει λιγότερο από 100 μέτρα. Κι η περίφημη πόρτα στο οικόπεδο δεν ήταν το εμπόδιο, ακόμη κι αν ήταν κλειστή. Μια καγκελόπορτα ήταν, διάολε, που μπορούσες να πηδήξεις, ανεβαίνοντας στη διπλανή μάντρα. Ή να τη σπάσεις, αφού ήταν μαζί τόσα άτομα. Και τελικά η πόρτα αυτή οδηγούσε σ’ ένα μονοπάτι – ο θεός να το κάνει… – και μετά στα βράχια. Σε μια παραλία γεμάτη αχινούς.

Κυνικό μεν, αλλά πραγματικό: όλοι αυτοί οι άνθρωποι βρέθηκαν στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, υπό συνθήκες πανικού και σκηνές αποκάλυψης. Στο σημείο αυτό μπορεί να κάηκαν κι άλλοι άνθρωποι, που εξαϋλώθηκαν και δεν θα βρεθούν ποτέ. Όπως δεν θα αναζητήσουν ποτέ κανείς όσους ήταν μόνοι και χάθηκαν στη φωτιά. Ή δεν θα βρεθούν όσοι ενδεχομένως πνίγηκαν στη θάλασσα… Μια φρίκη δίχως τέλος.

Είδα πολυκατοικίες καμένες ολόκληρες. Σούπερ μάρκετ, ξενοδοχεία, καφέ κι εστιατόρια και σκέφτηκα πόσο διαφορετικά (και τραγικά) θα ήταν όλα αν η καταστροφή συνέβαινε μία μέρα νωρίτερα, την Κυριακή. Είδα οικοδομές όπου ο πρώτος όροφος έχει καεί ολοσχερώς κι οι άλλοι από πάνω στέκουν μια χαρά – μαζί με το ισόγειο, το οποίο διασώθηκε σε πολλά διώροφα σπίτια κι αυτό μαρτυρά πως η φωτιά πέρασε ψηλά, στις κορυφές των δέντρων, λόγω του δυνατού αέρα. Είδα σημειώματα της φρίκης σε καγκελόπορτες. Και δεν εννοώ τα νεκρόσημα, αλλά αναζητήσεις αγνοουμένων ή το μήνυμα «είμαστε καλά» που μοιάζει τόσο ειρωνικό σ’ αυτό το τοπίο απόλυτης καταστροφής και ολέθρου. Είδα νησίδες πρασίνου που ως τραγική ειρωνεία στέκουν όρθιες μαζί με τα σπίτια, που σώθηκαν χάρη στους στροβιλισμούς του αέρα και ίσως από μια ανώτερη, ανεξήγητη δύναμη. Είδα το τοπίο κατά μήκος της Μαραθώνος να έχει αλλοιωθεί. Αλλά είδα εκεί – επειδή δεν ξεχνάω ως ερασιτέχνης δρομέας πως είναι η Μαραθώνια Διαδρομή – κρουνούς να μην έχουν λειτουργήσει. Και το σταθμός της Πυροσβεστικής στο Ζούμπερι να έχει γίνει κάρβουνο.

Πρώτα απ’ όλα, αυτό που δεν θα ξεχάσω είναι η μυρωδιά και η ησυχία του τοπίου, ακόμη και 10 μέρες μετά. Μια μυρωδιά καμένου, όχι σαν τις άλλες. Που δύσκολα μπορείς να αντέξεις και να μη σε πιάσει το κεφάλι σου αν μείνεις εκεί πάνω από μισή ώρα. Θες να είναι η «μυρωδιά του θανάτου», όπως είπαν; Μπορεί. Θες να είναι τα χημικά και τα άλλα τοξικά υλικά από τα καμένα σπίτια; Μπορεί. Μαζί με την – κυριολεκτικά – νεκρική σιγή που επικρατεί, σου θυμίζουν τι έχει συμβεί στην περιοχή. Υπάρχουν, όμως, και θετικά στοιχεία: με εξέπληξε η θέληση του κόσμου που έμεινε πίσω να συνέλθει και να συνεχίσει τη ζωή του, η αλληλεγγύη κι η δουλειά από τα συνεργεία αποκατάστασης που βρίσκονται εκεί. Από το φαγητό και το νερό που έχουν βάλει εθελοντές για τα ζώα σε κάθε γωνιά.

Αλλά η πληγή αυτή δεν θα κλείσει, ό,τι και να γίνει. Αυθόρμητα μου ήρθαν γυρνώντας στην ασφάλεια του σπιτιού μου στο μυαλό η πένθιμη μελωδία και οι εμβληματικοί στίχοι του Ζουλφού Λιβανελί και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, παρ’ όλο που είναι γραμμένοι γι’ άλλο λόγο:

Σαν το μετανάστη στη δική σου γη
Μέρα-νύχτα λύνεις, δένεις την πληγή
Κι όλα γύρω ξένα, κι όλα πετρωμένα
Και δεν ξημερώνει να’ ρθει χαραυγή

Στράγγισε η ζωή σου που αιμορραγεί
Κάθε ώρα τρόμος, πόνος και κραυγή
Και σ’ ακούν οι ξένοι, κι ο αδελφός σωπαίνει
Αχ, δεν είναι άλλη, πιο βαθιά πληγή

Σύρμα κι άλλο σύρμα και χοντρό γυαλί
Μάτωσε ο ήλιος την ανατολή
Κλαις κι αναστενάζεις, ξενιτιά φωνάζεις
Μα η ελπίδα μαύρο κι άπιαστο πουλί

(Μάτι, 1.8.2018)

Από ανάρτηση του φίλου Αιμίλιου Περδικάρη..

Μοιραστείτε:

FacebookTwitter


Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημε