Γιατί η Washington Post ξεσπαθώνει κατά του ΣΥΡΙΖΑ;

Γιατί η Washington Post ξεσπαθώνει κατά του ΣΥΡΙΖΑ;

Η Washington Post είναι ο εκφραστής όσων κατέστρεψαν την ανθρωπότητα τα τελευταία 40 χρόνια, είναι η εφημερίδα που λυσσαλέα υποστήριξε τους πολέμους στο Ιράκ , τη Λιβύη, τη Γιουγκοσλαβία, που στάθηκε πίσω από τους Κλίντον, τον Τόνι Μπλέρ και τα άλλα καθάρματα. Η Washington Post είναι ο εκφραστής της Νέας Τάξης Πραγμάτων.
Όταν η Washington Post, αυτή η φυλλάδα που εκφράζει την παγκοσμιοποίηση, και η οποία βρίζει τον Τράμπ και το Brexit από το πρωί ως το βράδυ, ξεκινάει πολεμική κατά την Ελληνικής κυβέρνησης, αυτό δείχνει ότι κάτι κάνει η κυβέρνηση καλά. ΥΓ: Ανεξάρτητα από το ότι εμείς ως πολίτες αυτό το… καλά δεν το έχουμε νοιώσει ακόμη… Θα δείξει..

Από τον φίλο Κ.Β.

Σημείωση από www.ignomisou.gr, για το τι έγραφε η Washington Post:

Η εφημερίδα επιχείρησε έναν απολογισμό της τριετούς διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ σε άρθρο της υπό τον τίτλο: «Η Ελλάδα μας δίνει μία γεύση για τη ζωή μετά το λαϊκισμό». Κάνει λόγο για προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει τον έλεγχο περισσότερων ΜΜΕ, αλλά και να παρέμβει στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, για θεωρίες συνωμοσίες των ΑΝΕΛ, ενώ επισημαίνει ότι και τα δύο κόμματα έχουν ανά καιρούς εκφράσει «την περιφρόνησή τους για τους θεσμούς αυτού που ο Λένιν απαξιωτικά χαρακτήριζε αστική Δημοκρατία».

«Υπήρξε μια στιγμή, στο αποκορύφωμα της ελληνικής οικονομικής κρίσης τον Ιούλιο του 2015, όπου πολλοί Αθηναίοι έπεσαν για ύπνο φοβούμενοι ότι θα ξυπνούσαν σε διαφορετική χώρα. Ένας Έλληνας ακαδημαϊκός μου είπε ότι φοβόταν ότι η Ελλάδα θα έβγαινε από το ευρώ σε μία νύχτα, ότι δεν θα υπήρχαν χρήματα στις τράπεζες το πρωί, ότι θα υπήρχαν ελλείψεις τροφίμων και στη συνέχεια διαδηλώσεις» γράφει η δημοσιογράφος της αμερικανικής εφημερίδας, Αν Άπλμπαουμ. Ωστόσο, σημειώνει, οι φόβοι αυτοί αποδείχθηκαν υπερβολικοί.

«H Ελλάδα κυβερνήθηκε -και εξακολουθεί να κυβερνάται και τώρα- από μία ιδιότυπη συμμαχία ακροαριστερών και ακροδεξιών λαϊκιστών. Την περίοδο του έγινε το δημοψήφισμα η κυβέρνηση συνεργασίας που προέκυψε, φάνταζε περίεργη και αταίριαστη όπως ακριβώς συμβαίνει με τη σημερινή κυβέρνηση ακροαριστερών και ακροδεξιών στην Ιταλία» αναφέρει η δημοσιογράφος και συμπληρώνει. «Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τις ρίζες του σε μια συνιστώσα που ανεξαρτητοποιήθηκε από το ΚΚΕ. Ο άλλος κυβερνητικός εταίρος -οι Ανεξάρτητοι Έλληνες- πίστευαν ότι το θηριώδες ελληνικό χρέος ήταν αποτέλεσμα διεθνούς συνωμοσίας. Και τα δύο κόμματα έχουν κατά καιρούς εκφράσει την περιφρόνησή τους θεσμούς οι οποίοι συγκροτούν αυτό που ο Λένιν απαξιωτικά χαρακτήριζε αστική δημοκρατία».

Αλλά αυτή η δικτατορία, «τύπου Βενεζουέλας» αποφεύχθηκε, σημειώνει. Η Ελλάδα παρέμεινε στο ευρώ και μέσα στο διεθνές οικονομικό και θεσμικό σύστημα που ίδιοι οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονταν ότι αποστρέφονται, σχολιάζει και υπογραμμίζει: «Σχεδόν τρία χρόνια μετά, αυτού του τύπου ο αριστερός λαϊκισμός, ανήκει πλέον στο παρελθόν. Εν τω μεταξύ, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε μερικά χτυπήματα στους δημοκρατικούς θεσμούς, προσπάθησε να αποκτήσει τον έλεγχο περισσότερων ΜΜΕ και να παρέμβει στη λειτουργία της Δικαιοσύνης».

Ωστόσο προσθέτει, στις 22 Ιουνίου, η χώρα βγαίνει από το οκταετές πρόγραμμα διάσωσης. Μοιάζει να έχει γυρίσει σελίδα. Το κόστος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν, όμως, εξαιρετικά υψηλό: μαζική ανεργία, φτώχεια, μια γενιά νέων που μετακόμισε στο εξωτερικό. Αλλά η δημοκρατία διασώθηκε.

Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο η Ελλάδα μπορεί δυνητικά να προσφέρει μια πιθανή απάντηση σε μια σημαντική ερώτηση: Αν η απάντηση στον λαϊκισμό είναι συχνά ο πιο ακραίος λαϊκισμός, τότε τι συμβαίνει μετά την αποτυχία του πιο ακραίου λαϊκισμού; «Μέρος της απάντησης είναι…τίποτα: Η παρατεταμένη ελληνική κρίση έχει οδηγήσει σε απάθεια, εξάντληση και σε μια βαθιά πεποίθηση ότι ο πολιτικός κόσμος στο σύνολο του είναι διεφθαρμένος. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή μεγάλος ενθουσιασμός στην κοινωνία για κανένα πολιτικό σχέδιο» παρατηρεί η αρθογράφος.

Τέλος σχολιάζει πως «η Ελλάδα βυθίστηκε στην πολιτική κρίση πριν από τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο και ίσως και να βγει πρώτη. Αλλά το συμπέρασμα για τους υπόλοιπους είναι μάλλον δυσοίωνο».

«Εάν είναι αλήθεια, όπως πιστεύει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ότι η μόνη θεραπεία για τη λαϊκιστική ρητορική είναι η πικρή, προσωπική εμπειρία της αποτυχίας στο πεδίο της πολιτικής εφαρμογής, τότε έχουμε αρκετά χρόνια αναταραχής μπροστά μας» καταλήγει.

Σχολιάστε