σοιμπλεμερκελ
 

Ο Σόιμπλε και η «εκτόξευση» χρέους στο… 1000% του ΑΕΠ!

Μοιραστείτε:

FacebookTwitter


Η στάση που τελικά κράτησαν στο τελευταίο Eurogroup τόσο ο Πολ Τόμσεν, όσο και Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έφεραν σε δύσκολη θέση όχι μόνον τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και κάποιους από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Οικονομικών, αλλά και τον Μάριο Ντράγκι.

Μέχρι τώρα ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας φέρετε διατεθειμένος να προσφέρει στην Ελλάδα το «δώρο» της ποσοτικής χαλάρωσης, εκτιμώντας πως εάν διευκολύνει τον δρόμο της χώρας μας στις αγορές, σύντομα η πιεσμένη από την ύφεση Ελλάδα θα επιστρέψει στο μονοπάτι μιας ισχυρής ανάπτυξης που θα της επιτρέψει να καλύπτει τις ανάγκες της στο μέλλον.

Η επιφυλακτικότητα όμως του Πολ Τόμσεν και του γερμανού υπουργού Οικονομικών -για διαφορετικούς λόγους ο καθένας- όσον αφορά στο κατά πόσο είναι αναγκαίο να μπει τώρα η Ελλάδα σε αυτό το πρόγραμμα τίναξε τους αρχικούς σχεδιασμούς στον αέρα.

Την «φωτιά» την άναψε ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με τα όσα είπε κατά την διάρκεια της συνεδρίασης για τις προτάσεις που κατατέθηκαν για την διευθέτηση του ελληνικού χρέους: «Αντιλαμβάνομαι ότι θέλετε να προχωρήσετε με αυτό τον τρόπο, όμως έχουμε επίσης συμφωνήσει ότι το ΔΝΤ θα πρέπει να καταλήξει πως αυτή η δέσμη μέτρων θα μας φέρει on board, αλλά δεν είμαστε ακόμα εκεί. Δεν θα μπορέσουμε σήμερα να πούμε στο ΔΣ μας ότι οι προδιαγραφές τηρούνται. Δεν συμφωνήσαμε στα πρωτογενή πλεονάσματα, ούτε στις προβλέψεις για την ανάπτυξη. Θα χρειαστούμε αρκετά πιο συγκεκριμένα μέτρα, διαφορετικά δεν θα μας πείσετε να συμφωνήσουμε μαζί σας», είπε ο Πολ Τόμσεν προκαλώντας την «έκρηξη» του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Μετά την τοποθέτηση του εκπροσώπου του ΔΝΤ, ο γερμανός ΥΠΟΙΚ εξέπληξε τους πάντες, αφού άρχισε να διαβάζει την απόφαση του Μαΐου του 2016 για το ελληνικό χρέος και να δικαιολογείται λέγοντας ότι αυτό που συζητείτο στο Eurogroup ήταν ουσιαστικά μια νέα απόφαση, για την οποία δεν δικαιούται να διαπραγματευτεί χωρίς την εντολή από τη γερμανική Βουλή!

tomsen_879729016

Η εξέλιξη αυτή, με τον Πολ Τόμσεν να λέει ότι δεν θέλει να εγκρίνει τη βιωσιμότητα του χρέους και τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να επιμένει στις αποφάσεις του Eurogroup του Μαίου του 2016 έφερε τα πάνω- κάτω, καθώς ακολούθησε 4ωρη διακοπή της συνεδρίασης με τις τηλεφωνικές συσκευές των ευρωπαίων υπουργών να έχουν πάρει «φωτιά»!

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος περιέγραψε σε πρόσφατη συνέντευξή του ποιο ήταν το μεγάλο «αγκάθι» στην τελευταία συνεδρίαση: «Το πακέτο των μέτρων για το χρέος, που τέθηκε στο τραπέζι κατά το περασμένο Eurogroup και πρόκειται να εφαρμοστούν κατά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος δεν είναι αμελητέο.  Όμως θα μπορούσαν να γίνουν παραπάνω πράγματα. Τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος χτίζουν πάνω στα βραχυπρόθεσμα μέτρα όπως αυτά συμφωνήθηκαν τον Μάιο του 2016. Το πρόβλημα ήταν ότι το ΔΝΤ θεωρεί ότι το συνολικό πακέτο των μέτρων της ελάφρυνσης του χρέους που έχει παρουσιαστεί ως τώρα δεν επαρκεί για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Τι επρόκειτο λοιπόν να γίνει με αυτή την εξέλιξη; Να έχουμε συμφωνήσει με το ΔΝΤ ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων προνομοθετημένων στο ελληνικό κοινοβούλιο, χωρίς να έχουμε, παράλληλα την σύμφωνη γνώμη του ΔΝΤ για την βιωσιμότητα του χρέους. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είχε ληφθεί από τις αγορές ως αρνητικό σήμα, με αποτέλεσμα να βλάψει τις επενδυτικές και αναπτυξιακές προοπτικές μας και ενδεχομένως να αποδυναμώσει τις προοπτικές για ένα βελτιωμένο περιβάλλον πιστωτικής επέκτασης που παρέχεται από το τραπεζικό μας σύστημα.»

Είναι σαφές λοιπόν ότι η Ελλάδα ναι μεν πήρε λύσεις για το χρέος (15ετή παράταση της αποπληρωμής των δανείων, αλλά και παρεμβάσεις όπως η κατάργηση του αυξημένου περιθωρίου στα επιτόκια, η επιστροφή των κερδών από ANFA και SMP) χωρίς όμως ταυτόχρονα να εξασφαλίζεται η ποσοτική χαλάρωση: Και αυτό γιατί το ΔΝΤ θέλει πολύ πιο γενναίες παρεμβάσεις στο πεδίο του χρέους για να μπει στο Πρόγραμμα και να δώσει θετική αξιολόγηση για το χρέος, νομιμοποιώντας και την ΕΚΤ να λάβει αποφάσεις για ένταξη στο QE.

Γιατί όμως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε –από την πλευρά του- επιδεικνύει τέτοια προσήλωση στο γράμμα των αποφάσεων του Eurogroup της 25ης Μαίου του 2016; Τι είχε αποφασιστεί τότε για το ελληνικό χρέος; Ουσιαστικά είχε δοθεί το «πράσινο φως» για μα προοδευτική εφαρμογή μέτρων που διακρίνεται σε τρία στάδια:

  • Το βραχυπρόθεσμο, με τις σχετικές παρεμβάσεις ήδη να έχουν υιοθετηθεί.
  • Το μεσοπρόθεσμο στάδιο όπου το Eurogroup αναμένει ένα πιθανό  δεύτερο πακέτο μέτρων το οποίο θα ακολουθήσει την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος του ESM. Αυτά τα μέτρα θα εφαρμοστούν εάν μια επικαιροποιημένη  ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους -η οποία  θα εκπονηθεί  από τους θεσμούς στο τέλος του προγράμματος- δείξει ότι είναι απαραίτητα, για να ικανοποιούνται τα κριτήρια ακαθάριστων δανειακών αναγκών της τάξης του 15% έως 20% του ΑΕΠ ετησίως.
  • Το μακροπρόθεσμοστάδιο  το οποίο  περιλαμβάνει την υιοθέτηση ενός μόνιμου προληπτικού μηχανισμού που θα ενεργοποιείται όταν χρειάζεται για να κρατά τις χρηματοδοτικές ανάγκες στα επίπεδα που έχουν ορισθεί χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές όπως αναβολή πληρωμής επιτοκίων, επιμήκυνση δανείων και άλλα.

Η ουσία των συγκεκριμένων παρεμβάσεων βρίσκεται στο ότι σε μεσοπρόθεσμο στάδιο έχει οριστεί ένα όριο ακαθάριστων δανειακών αναγκών στο 15% και στο 20% που η Ελλάδα δεν πρέπει να ξεπερνά. Με άλλα λόγια κάθε χρόνο οι ανάγκες που θα καλείται να εξυπηρετεί δεν πρέπει να υπερβαίνουν αυτό το πλαφόν. Το 15% όμως ισοδυναμεί με ακαθάριστη δανειακή ανάγκη 26 δισ. ετησίως  για τα τρέχοντα επίπεδα του ΑΕΠ.

Ποσό που η Ελλάδα θα πρέπει όμως να υπερβάλλει εαυτόν στην παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων για να καταφέρει να το καλύψει με τα επιτόκια που χορηγούν οι αγορές, χωρίς να κινδυνεύει να γυρίσει σε νέα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Επί της ουσίας με τις αποφάσεις του 2016 -στις οποίες και εμμένει ο Σόιμπλε- η Ελλάδα δεν θα είναι εύκολο να απεγκλωβιστεί από τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης. Για να τα καταφέρει να βγει στις αγορές με λογικά επιτόκια σε σταθερή βάση θα πρέπει να επιδείξει πρώτα αξιοζήλευτη προσαρμογή, διαρθρωτικές αλλαγές και ρυθμούς ανάπτυξης. Είναι ενδεικτικό πως σήμερα η Γερμανία δανείζεται με επιτόκια στο 0,26%, η Ιρλανδία 1,06%, η Ισπανία 1,7%, η Ιταλία 2,35%, η Πορτογαλία 4,04%, η Κύπρος 3,37% και η Ελλάδα 7,52%!!

Ίσως μάλιστα –σε αυτό το πλαίσιο- δεν ήταν τυχαία η αναφορά Ρόλφ Στράουχ, επικεφαλής οικονομολόγου του ESM, ότι «η Ελλάδα κερδίζει περίπου 10 δισ. ευρώ ετησίως- που αντιστοιχεί σε 6% του ΑΕΠ- δανειζόμενη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και όχι από την αγορά»!!

Έτσι, δεν αποκλείεται ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να θεωρεί και αυτός με την σειρά του «αχρείαστη» την ένταξη της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση: Από την άλλη όμως εάν ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών θέλει πράγματι να βάλει μια και καλή στην άκρη το ελληνικό ζήτημα θα πρέπει να υιοθετήσει γενναίες αποφάσεις για το χρέος, κάτι βεβαίως που δεν μπορεί να κάνει πριν από τις γερμανικές εκλογές.

χρεος

Τον τεράστιο κίνδυνο που κρύβει η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές και ο δανεισμός της από αυτές, χωρίς να έχει υπάρξει μία αποτελεσματική διευθέτηση του χρέους, τονίζει σε έκθεσή του το γραφείο Προϋπολογισμού του κράτους με τα συμπεράσματα να είναι εφιαλτικά!!

Τι αναφέρει η έκθεση αυτή;

«Βασικός στόχος του τρέχοντος προγράμματος χρηματοδότησης από τους Ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης και το ΔΝΤ που ολοκληρώνεται το 2018, είναι η Ελλάδα να επιστρέψει στις αγορές (από όπου έχει αποκλειστεί από το 2010) για να καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της. Το ερώτημα που τίθεται είναι πόσο εφικτός είναι ο στόχος αυτός; Απαντήσεις μπορούν να δοθούν μέσω μελέτης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους βασιζόμενοι στις ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες (δηλαδή τη μέθοδο που χρησιμοποιούν οι θεσμοί για την περίπτωση της Ελλάδας) και ακολουθώντας τις βασικές υποθέσεις των θεσμών (πχ. πλεόνασμα, ρυθμοί ανάπτυξης). Υποθέτουμε ότι η Ελλάδα, χωρίς να έχει αναδιαρθρωθεί ή επιμηκυνθεί το χρέος της, βγαίνει στις αγορές εκδίδοντας ομόλογα (3ετή, 6ετή, 10ετή, 15ετή). Ακολουθούνται τρία σενάρια με διαφορετικά επιτόκια δανεισμού (1,5%, 3% και 6%)…. Αν το κόστος δανεισμού είναι 6%, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας αυξάνεται με ιλιγγιώδη ρυθμό για να ξεπεράσει το 1000% του ΑΕΠ το 2060 (από 175% που είναι σήμερα). Με επιτόκιο 3%, η τάση και πάλι είναι αυξητική, φτάνοντας στο 330% το 2060, ενώ αν το κόστος δανεισμού περιοριστεί στο 1,5% το χρέος παραμένει σχετικά σταθερό (184% το 2060)»!!

Και συνεχίζει η έκθεση: «Με τα παρόντα επίπεδα χρέους (και ακριβώς λόγω του υψηλότατου κόστους δανεισμού) η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές το 2018 είναι δύσκολη. Μια αναδιάρθρωση (ή γενναία επιμήκυνση) του ελληνικού χρέους καθίσταται αναγκαία για να απεμπλακεί η Ελλάδα από την συνεχή – και μη αναπτυξιακή – ανατροφοδότηση των δανείων με νέα δάνεια από τους μηχανισμούς στήριξης. Από την άλλη πλευρά, είναι προφανές ότι δανεισμός με πολύ χαμηλό κόστος (κοντά στο 1,5%) μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω των ευρωπαϊκών μηχανισμών στήριξης (ακόμα και τα δάνεια του ΔΝΤ έχουν υψηλότερο επιτόκιο, κοντά στο 3%). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή καταφέρνει να εξυπηρετεί το υπέρογκο χρέος της (€ 326 δισ.) ακριβώς επειδή δανείζεται με πάρα πολύ χαμηλά επιτόκια από τον μηχανισμό στήριξης, απολαμβάνοντας και περιόδους χάριτος στην αποπληρωμή.

Υπολογίζεται ότι η Ελλάδα μπορεί να πληρώνει κατά μέσο όρο € 5,12 δισ. το χρόνο σε τόκους (όσο δηλαδή ο μέσος όρος των πλεονασμάτων), ώστε τουλάχιστον να μην δημιουργεί καινούρια χρέη (υψηλότερα πλεονάσματα είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθούν, πόσο μάλλον να διατηρηθούν). Το ποσό αυτό (με δεδομένο ένα επιτόκιο 3% περίπου)αντιστοιχεί σε ένα χρέος κοντά στα € 170 δισ. Επομένως, υπολογίζεται ότι σε γενικές γραμμές η Ελλάδα χρειάζεται ένα κούρεμα χρέους περίπου € 150 δισ. (θυμίζουμε ότι στο PSI, το χρέος μειώθηκε κατά περίπου €100 δισ.) μετά το οποίο ο λόγος χρέους/ΑΕΠ θα μειωθεί στο 92%, που θεωρείται ένα βιώσιμο επίπεδο. Συγκριτικά, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, στην ευρωζώνη ο μέσος όρος χρέους/ΑΕΠ βρίσκεται στο 90,1%».

Με άλλα λόγια γίνεται ξεκάθαρο πως η Ελλάδα χρειάζεται μία γενναία διευθέτηση του χρέους, αν όχι «κούρεμα», καθώς είναι εμφανές πως τα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές θα είναι «τσουχτερά» σε σχέση με τα υπάρχοντα.

κεπε

Με το Βερολίνο και την Ουάσιγκτον ουσιαστικά να βάζουν με τις «αγκυλώσεις» τους στον «πάγο» σοβαρές παρεμβάσεις στο χρέος και το QE η Αθήνα ψάχνει ανταλλάγματα: Ανταλλάγματα που θα έρθουν μέσω… ανάπτυξης! Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο πρόεδρος της Κομισιόν θέτει στην διάθεση της Ευρωζώνης για να παρακάμψει τις υπερ-συντηρητικές μακροπρόθεσμες προβλέψεις του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία το λεγόμενο πακέτο Γιουνκέρ! Οι διαφορές στις προβλέψεις μεταξύ των ευρωπαϊκών εκτιμήσεων και εκείνων του ΔΝΤ είναι μικρότερες της μιας μονάδας (0,8%) και μπορούν να καλυφθούν σε μεγάλο βαθμό με την επέκταση της παρέμβασης του πακέτου Γιούνκερ στην ελληνική οικονομία.

Με την εκτίμηση αυτή η Κομισιόν επιχειρεί να ενισχύσει την παρέμβαση της γαλλικής κυβέρνησης και του νέου Υπ. Οικονομικών Μπρούνο Λεμέρ, βάζοντας στο τραπέζι των λογιστικών υπολογισμών του ΔΝΤ την μεσομακροπρόθεσμη αναπτυξιακή στήριξη που μπορεί να διασφαλισθεί τόσο μέσω των Διαρθρωτικών Πόρων όσο και με το συνολικό πακέτο Γιουνκέρ.

Όπως παρατηρούν κοινοτικοί αξιωματούχοι, η κινητοποίηση του Γάλλου ΥΠΟΙΚ μέσω του «μικρού» Washington Group έχει τις ευλογίες του Βερολίνου καθώς στοχεύει στο να παρακάμψει το στοιχείο εκείνο της εκτίμησης του ΔΝΤ που αφορά την βάση των «λογιστικών» υπολογισμών που κρατάνε μέχρι τώρα μακριά το Ταμείο από το ελληνικό πρόγραμμα, ήτοι την εκτίμηση για τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης μεσομακροπρόθεσμα.

Τα δεκαδικά ψηφία που χωρίζουν τις δύο πλευρές μπορούν να παρακαμφθούν αν υπάρξει από την ευρωπαϊκή πλευρά η διασφάλιση – έστω και «λογιστικά» – υψηλότερων προβολών για την πορεία της οικονομίας και κατά συνέπεια την δυνατότητά της να αποπληρώνει το χρέος της.

Η κίνηση αυτή μπήκε στο τραπέζι μετά την «διακριτική» κατ’ αρχήν απόρριψη της γαλλικής πρότασης για σύνδεση της των ορίων αποπληρωμής του χρέους με το ύψος του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας. Για το επιτελείο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μια τέτοια φόρμουλα θα ελαστικοποιούσε υπερβολικά το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και θα επέτρεπε εύκολα αποκλίσεις από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Αθήνα.

Η ουσία όμως είναι πως στο τραπέζι βρίσκεται πλέον μια «ενισχυμένη» παρουσία των επενδυτικών προγραμμάτων από το πακέτο Γιούνκερ ως «δώρο» ανάπτυξης!

Το διαβάσαμε στην «Κυριακάτικη Εφημερίδα» από τον Βαγγέλη Δουράκη

Μοιραστείτε:

FacebookTwitter


Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημε